Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος: Προτάσεις για την καλύτερη αντιμετώπιση δυσλειτουργικών συμπεριφορών.

0
236

   

Τα παιδιά που βρίσκονται στο Αυτιστικό φάσμα πολύ συχνά εκδηλώνουν άγχος σε σημαντικό βαθμό, όταν καλούνται να συνεργαστούν και να αποδώσουν σε δραστηριότητες ή εργασίες, οι οποίες τα κουράζουν και απαιτούν περισσότερη δαπάνη πνευματικής ή και σωματικής ενέργειας.

Ως απόρροια, όταν π.χ. είναι κουρασμένα, τα επίπεδα ανοχής τους στην κόπωση και στη ματαίωση είναι πιο χαμηλά. Συνθήκη, η οποία δύναται να πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις, οι οποίες ενδεχομένως να περιλαμβάνουν: χτυπήματα προς τον εαυτό τους ή και προς τους άλλους, φωνές, κλάμα, ψυχοκινητική ανησυχία. Συμπεριφορές οι οποίες πολλές φορές μπορεί να οφείλονται και σε δυσκολίες αισθητηριακής ολοκλήρωσης.

Γι’ αυτό θεωρείται πολύ σημαντικό όταν αυτές έχουν επίμονο και επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, να γίνεται η καταγραφή αυτών, όπως επίσης και των συνθηκών που προηγήθηκαν, αλλά και του τρόπου που αυτές αντιμετωπίστηκαν από τους γονείς ή και τους εκπαιδευτές του παιδιού. Επιπροσθέτως, χρειάζεται να γίνει προσεκτική και συστηματική παρατήρηση της εκάστοτε συμπεριφοράς, ούτως ώστε να κατανοήσουμε τον λόγο που το παιδί την εμφανίζει. Τις περισσότερες φορές η βάση της συμπεριφοράς των παιδιών με Αυτισμό στηρίζεται σε δυσκολίες στην αισθητηριακή επεξεργασία. Γι’ αυτό και είναι δόκιμο οι γονείς να απευθύνονται για την αξιολόγηση του παιδιού και σε θεραπευτή/τρια, ο/η οποίος/α θα είναι εκπαιδευμένος/η στην Αισθητηριακή Ολοκλήρωση.

Για να μπορέσουν τα παιδιά να υιοθετήσουν πιο λειτουργικές συμπεριφορές διαχείρισης της πίεσης, του άγχους και του αισθήματος ματαίωσης που νιώθουν, είναι δόκιμο να διδαχτούν, μέσω ειδικών προγραμμάτων ανάπτυξης και ενίσχυσης κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων, πιο δόκιμες συμπεριφορές.

Παρακάτω παραθέτονται ορισμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση δυσλειτουργικών συμπεριφορών, οι οποίες στηρίζονται, κυρίως, σε γνωσιακού-συμπεριφοριστικού τύπου παρεμβάσεις. Αυτές είναι ορισμένες μόνο από τις μεθόδους διδασκαλίας κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων για παιδιά στο Αυτιστικό φάσμα, υπάρχουν ποικίλες άλλες μέθοδοι και προσεγγίσεις, οι οποίες δύναται να φανούν βοηθητικές και αποτελεσματικές ανάλογα με την αιτία που το εκάστοτε παιδί εμφανίζει τις όποιες δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

Αυτό που κρίνεται πολύ σημαντικό, είναι να κινούμαστε πάντα με γνώμονα το παιδί, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του.

Ορισμένες, λοιπόν, από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη διδασκαλία λειτουργικότερων συμπεριφορών είναι οι εξής:

–          Κοινωνικές Ιστορίες

–          Σύστημα ανταλλάξιμων αμοιβών για την ενίσχυση της θετικής συμπεριφοράς.

–          Χρήση μικρών κύκλων διδασκαλίας, με χρήση συστήματος ανταλλάξιμων αμοιβών, ώστε να είναι ενήμερο το παιδί για τον χρόνο διάρκειας της εκάστοτε δραστηριότητας, όπως επίσης για την ολοκλήρωση της, αλλά και για το πότε θα λάβει ενίσχυση.

–          Οπτικοποιημένο υλικό για τη διδασκαλία θετικών συμπεριφορών και τη διάκριση τους από τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

–          Διδασκαλία επικοινωνιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων μέσω ποικίλων άλλων προγραμμάτων.

–          Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο του σχολείου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί οπτικοποιημένο πρόγραμμα, ώστε να γνωρίζει το παιδί τι περιλαμβάνει η μέρα του, με στόχο τη μείωση των επιπέδων άγχους και την πρόβλεψη συνθηκών που δύναται να επιφέρουν αναστάτωση.

Παρακάτω παραθέτονται και ορισμένες στρατηγικές που μπορεί να φανούν χρήσιμες για τη διαχείριση δυσλειτουργικών συμπεριφορών σε παιδιά που βρίσκονται στο Αυτιστικό φάσμα. Σε αυτό το σημείο, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να αναφερθεί ότι, κάθε παιδί είναι πολύ διαφορετικό και κατά συνέπεια ορισμένες μέθοδοι παρέμβασης μπορεί να είναι αποτελεσματικές για κάποια παιδιά, ενώ για άλλα να μην είναι. Οι θεραπευτές που εκάστοτε παιδιού, σε συνεργασία με την οικογένειά του, γνωρίζουν καλύτερα τι ταιριάζει περισσότερο στο κάθε παιδί, ανάλογα το ταπεραμέντο, τις προτιμήσεις και τις ανάγκες του. 

 «Μαθαίνω να ζητώ με ευγενικό τρόπο»

  • Όταν το παιδί ζητά κάτι με μη δόκιμο τρόπο δεν του το δίνουμε.
  • Του υπενθυμίζουμε πως ό, τι θέλει μπορεί να το ζητά με ευγενικό τρόπο. Αφού προηγουμένως του έχουμε διδάξει, τι σημαίνει ευγενική συμπεριφορά.
  • Όταν ηρεμήσει εντελώς και ζητήσει ξανά αυτό που επιθυμεί ευγενικά, τότε μπορεί να το πάρει.

Είναι πολύ σημαντικό, το παιδί, να είναι εντελώς ήρεμο για να πάρει αυτό που έχει ζητήσει, ώστε να μη συσχετίσει λανθασμένα, ότι μπορεί να το ζητά με ένταση και να το κερδίζει και ως συνέπεια παγιώσει μια δυσλειτουργική συμπεριφορά για τη διεκδίκηση των πραγμάτων που επιθυμεί.  

Εντάσεις και γκρίνια

  • Όταν ξεκινά να γκρινιάζει, του υπενθυμίζουμε, με απλό, λακωνικό και σαφή τρόπο, να ηρεμήσει.  
  • Δείχνοντάς του εμείς, με το σώμα μας, πώς πρέπει να κάθεται (μίμηση προτύπου).
  • Επίσης, μπορούμε να του πούμε: «Όταν ηρεμήσεις, θα μιλήσουμε».
  • Παρατηρώντας τις αντιδράσεις του παιδιού, μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη συμπεριφορά του, πότε ενοχλείται ή πιέζεται και επρόκειτο να κορυφωθεί η ένταση. Εκείνη τη στιγμή (πριν κορυφωθεί η ένταση) το ρωτάμε αν χρειάζεται κάτι ή αν θέλει να μας πει κάτι και υπενθυμίζουμε να ζητήσει ευγενικά αυτό που θέλει.
  • Επιπλέον, μπορούμε να του ζητήσουμε να μετρήσει έως το 10 και να πάρει τρεις βαθιές ανάσες, ώστε να στραφεί η προσοχή του σε κάτι άλλο και να ηρεμήσει. Θα πρέπει βεβαίως πρωτίστως να του έχουμε διδάξει την εν λόγω διαδικασία.
  • Επιπροσθέτως, μπορούμε να του ζητήσουμε να ασχοληθεί με μια απλή δραστηριότητα, η οποία δεν θα απαιτεί πνευματική κόπωση, ούτως ώστε να αποσπαστεί η προσοχή του από τη δυσλειτουργική συμπεριφορά και παράλληλα να εκτονώσει την ενέργειά του σε κάτι πιο λειτουργικό.
  • Ενισχύουμε και επιβραβεύουμε το παιδί όταν επικοινωνήσει ή συνεργαστεί, ήρεμα πια, τονίζοντας με επαινετικά λόγια την ευχαρίστηση και τη χαρά μας για τη συνεργασία του.

Δεν υπάρχουν φράσεις κλισέ, οι γονείς ή οι θεραπευτές, σύμφωνα με τον δικό τους τρόπο, μπορούν να επικοινωνήσουν με το παιδί. Αυτό όμως που είναι σημαντικό να λεχθεί, είναι πως εκείνη τη στιγμή, τα πολλά λόγια και οι ερωτήσεις το μπερδεύουν και επιφέρουν μεγαλύτερη σύγχυση. Χρειάζεται η φωνή να είναι σταθερή, χωρίς ένταση και χωρίς να δείχνουμε αναστατωμένοι ή εκνευρισμένοι. Η όποια έντονη αντίδραση (θετική ή αρνητική) μπορεί να είναι ενισχυτική για το παιδί, διότι μπορεί να αντιλαμβάνεται ότι έτσι κερδίζει την προσοχή των άλλων.

Εκρήξεις θυμού (tantrums)

  • Αν η ένταση δεν έχει αποφευχθεί και το παιδί είναι πολύ αναστατωμένο και πάλι, όσο μπορούμε, δεν δείχνουμε και εμείς αναστατωμένοι, κρατάμε μια ουδέτερη στάση. Εξασφαλίζουμε ότι δεν κινδυνεύει να χτυπήσει.
  • Υπενθυμίζουμε στο παιδί ότι θα το ακούσουμε όταν ηρεμήσει.
  • Του δίνουμε χρόνο να ηρεμήσει χωρίς να το ρωτάμε αν έχει κάτι ή γιατί φέρεται με αυτό τον τρόπο.
  • Μόλις προσπαθήσει, έστω και λίγο, να ηρεμήσει ενισχύουμε την προσπάθεια χρησιμοποιώντας κοινωνική ενίσχυση, για παράδειγμα, του λέμε «μπράβο» που προσπαθεί να ηρεμήσει.
  • Επίσης, αν εκδηλώσει μια δυσλειτουργική συμπεριφορά, μπορούμε να φύγουμε από το οπτικό του πεδίο, εξηγώντας του γιατί το κάνουμε, πάλι με σαφή και περιεκτικό λόγο. Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε: «Φεύγω, μόλις ηρεμήσεις θα έρθω να μιλήσουμε όμορφα».

Βεβαιωνόμαστε ότι το περιβάλλον είναι ασφαλές.

Δε χρησιμοποιούμε άρνηση στον λόγο μας, διότι ενδεχομένως αυτό να μπερδέψει το παιδί. Για παράδειγμα είναι καλό να αποφεύγουμε προτάσεις όπως: «Δεν πρέπει να κλαις, δεν είναι σωστό αυτό».

Είναι σημαντικό να ενισχύουμε την κάθε προσπάθεια του να επικοινωνήσει την ανάγκη ή την επιθυμία του με ήρεμο και ευγενικό τρόπο. Επιπλέον, είναι εξαιρετικά σημαντικό να δημιουργούμε ευκαιρίες για να επικοινωνήσει μαζί μας, ώστε να δίνεται η δυνατότητα να διδάσκονται και νέοι τρόποι με τους οποίους μπορεί να μεταφέρει αυτό που θέλει στους άλλους.

 

Διαχείριση του στρες κατά τη μαθησιακή διαδικασία

Όπως ήδη έχει αναφερθεί τα παιδιά στο Αυτιστικό φάσμα, αγχώνονται πολύ και ως επακόλουθο, πιέζονται και συχνά αντιδρούν αρνητικά.

  • Χρειάζεται να δίνεται στο παιδί χρόνος να σκεφτεί και να οργανώσει τη σκέψη του.
  • Όταν αποθαρρύνεται, μπορεί επίσης να αντιδράσει με έντονο τρόπο. Επομένως, του ζητάμε ξεκάθαρα και συγκεκριμένα αυτό που θέλουμε να κάνει, δίνοντας του χρόνο να σκεφτεί (π.χ. 5-6 δευτερόλεπτα).
  • Δεν το αφήνουμε να χάνει την προσοχή του και να διασπαστεί. Ο στόχος είναι να του δοθεί χρόνος να οργανώσει τη σκέψη του.
  • Αν δεν αποκριθεί, εντός του προαναφερόμενου χρονικού πλαισίου, τότε μπορούμε να του παρέχουμε βοήθεια ή διευκόλυνση.

 

Για να υπάρξει αλλαγή στις προαναφερθείσες συμπεριφορές χρειάζεται υπομονή, επιμονή, μεθοδικότητα και χρόνος. Όσο πιο παγιωμένες είναι κάποιες συμπεριφορές, τόσο περισσότερος χρόνος απαιτείται για την αλλαγή τους.

Κάθε παιδί είναι ικανό να μάθει λειτουργικότερους τρόπους συμπεριφοράς και να ελέγχει καλύτερα τις αντιδράσεις του, μέσα από συστηματική και διαρκή δουλειά. Αυτό που είναι σημαντικό, είναι να υπάρχει μια όσο το δυνατόν πιο κοινή αντιμετώπιση των δυσλειτουργικών συμπεριφορών, από εκείνους που συναναστρέφονται με παιδί, ώστε αυτές να μειωθούν.

Στόχος είναι η εκμάθηση πιο λειτουργικών τρόπων συνδιαλλαγής με τους άλλους. Όταν το παιδί αναγνωρίσει ότι παντού υπάρχουν αυτά τα όρια και ότι οι οικείοι του το αντιμετωπίζουν με ίδιο τρόπο, όσο αυτό είναι εφικτό, τότε θα μάθει πως με εντάσεις, φωνές και κλάματα δεν θα παίρνει τίποτα.

Συμπερασματικά, «για να είναι ολοκληρωμένη η παρέμβαση που γίνεται από τους ειδικούς και να γενικευτούν τα αποτελέσματα της, κρίνεται απαραίτητη η ενεργός συμμετοχή των γονέων, καθώς η συνεργασία με τη οικογένεια μεγιστοποιεί τα ευεργετικά αποτελέσματα της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης και ενισχύει την πρόοδο του παιδιού. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαία ώστε να υπάρχει ομοιογένεια στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το παιδί από γονείς και θεραπευτές» (Γενά, 2002).

Η δομή των ψυχοπαιδαγωγικών προγραμμάτων, προϋποθέτει: «Σταθερότητα στον τρόπο που διεξάγεται το πρόγραμμα, στη συχνότητα της παρέμβασης και στην παιδαγωγική και εκπαιδευτική μεθοδολογία που εφαρμόζεται» (Γενά, 2002). «Οι αναγκαίες τροποποιήσεις στο πρόγραμμα του παιδιού πρέπει να γίνονται με συστηματικό τρόπο και να εφαρμόζονται με την ίδια συνέπεια που εφαρμόζεται το υπόλοιπο πρόγραμμα του παιδιού» (Γενά, 2002). 

Όταν το παιδί εκδηλώνει διασπαστικές συμπεριφορές, αναλόγως με την αίτια τους, τις αντιμετωπίζουμε καταλλήλως. Στις στιγμές κρίσης, ο θεραπευτής χρειάζεται να παραμένει ήρεμος, να μιλά με ήρεμη φωνή, αλλά παράλληλα με πολύ οριοθετημένο τρόπο. Τα όρια χρειάζεται να θέτονται με απλό και σαφή τρόπο. Επίσης, η οποιαδήποτε συναισθηματική αντίδραση του θεραπευτή δύναται να λειτουργήσει θετικά για την ενίσχυση της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς του παιδιού. Έτσι, μπορούμε να εκδηλώνουμε προοδευτικά τη θετική μας απόκρισή, μόνο όταν δείχνει ότι προσπαθεί να ηρεμήσει.

 

Μπουγιούρη Ελπίδα

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας (Pg.Dip. – Pg.Cert)

Ειδική Αγωγή (Adv.Pg. Dip.)

Ψυχολογία (B.A)

Βιβλιογραφία:

Γενά, Α. (2002). Αυτισμός και Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές. Αξιολόγηση – Διάγνωση – Αντιμετώπιση. Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

 

­ Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Μαυροφόρου Μαρίνα (Ψυχολόγο & Ειδική Παιδαγωγό), που  πολλά κομμάτια του παραπάνω άρθρου είναι εμπνευσμένα και μέσα από τη δική της συμβολή.  

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ